Η Γαλλία ενέκρινε τον προϋπολογισμό της για το 2026 μετά από μήνες πολιτικού αδιεξόδου που απείλησε τόσο την εγχώρια σταθερότητα όσο και την εμπιστοσύνη της αγοράς. Ο πρωθυπουργός Sébastien Lecornu επικαλέστηκε ειδικές συνταγματικές διατάξεις για να περάσει τον προϋπολογισμό χωρίς πλήρη κοινοβουλευτική ψηφοφορία, πλοηγώντας μια σειρά από προτάσεις δυσπιστίας στην πορεία. Η κυβέρνηση επέζησε των δύο τελευταίων ψηφοφοριών το βράδυ της Δευτέρας, εξασφαλίζοντας την άμεση επιβίωσή της.
Η συμφωνία για τον προϋπολογισμό ήρθε μετά από διαπραγματεύσεις με το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο συμφώνησε να μην αντιταχθεί στην κυβέρνηση με αντάλλαγμα παραχωρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής των προτεινόμενων συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων που θα αύξαναν την ηλικία συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64. Ο Lecornu περιέγραψε τον προϋπολογισμό ως «σημαντική ανακάλυψη», υπογραμμίζοντας την αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ και τις προσπάθειες μείωσης του εθνικού ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ, από 5,4% το 2025.
Η πολιτική αστάθεια έχει σημαδέψει τη Γαλλία από τότε που οι πρόωρες εκλογές τον Ιούνιο του 2024 ανέδειξαν ένα κρεμασμένο κοινοβούλιο. Διαδοχικές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων υπό την ηγεσία του Μισέλ Μπαρνιέ και του Φρανσουά Μπαϊρού, απέτυχαν να περάσουν προϋπολογισμούς, αφήνοντας τη διοίκηση του Λεκορνού να οδηγήσει τη χώρα σε παρατεταμένη αβεβαιότητα. Ωστόσο, η ψήφιση του προϋπολογισμού προσφέρει μόνο μια προσωρινή ανάπαυλα, καθώς η κυβέρνηση παραμένει εύθραυστη και περιορισμένη στην ικανότητά της να θεσπίσει ευρύτερες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις.
Με τις δημοτικές εκλογές να πλησιάζουν τον επόμενο μήνα και την προεδρική κούρσα του 2027 στον ορίζοντα, η προσοχή έχει στραφεί στο πολιτικό μέλλον της χώρας. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, αποκλεισμένος από τρίτη θητεία, επικεντρώνεται στην εξωτερική πολιτική και τα ευρωπαϊκά στρατηγικά ζητήματα, ενώ η ακροδεξιά συνεχίζει να παλεύει με νομικές προκλήσεις που μπορεί να επηρεάσουν τον ρόλο της στις επερχόμενες εκλογές...